γεωλόγος


γεωλόγος
[гэологос] ουσ. а. геолог.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γεωλόγος" в других словарях:

  • γεωλόγος — ο, η ο επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωλογία …   Dictionary of Greek

  • γεωλόγος — ο επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο τη γεωλογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γή — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • Φουκς, σερ Έρνεστ Βίβιαν — (Fuchs, Φρέσγουοτερ, Γουάιτ 1908 – Κέιμπριτζ 1999). Άγγλος εξερευνητής και γεωλόγος. Έλαβε μέρος σε πολλές αποστολές με επιστημονικό χαρακτήρα στη Γροιλανδία, την Ανατολική Αφρική και στα νησιά Φόλκλαντ. Το 1957 58 επιχείρησε για πρώτη φορά και… …   Dictionary of Greek

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • γεωγνώστης — ο ο γεωλόγος …   Dictionary of Greek

  • γεωλογία — Επιστήμη που μελετά την εξελικτική ιστορία της Γης και την υλική σύσταση των δυνάμεων που την διαμόρφωσαν. Αναλυτικότερα, η γ. εξετάζει τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του πλανήτη μας, τους διάφορους παράγοντες που επέδρασαν στη διαμόρφωση της… …   Dictionary of Greek

  • ιζιγγερίτης — ο (ορυκτ.) ένυδρο πυριτικό ορυκτό τού σιδήρου το οποίο είναι άμορφο, έχει μαύρο χρώμα και απαντά σε σιδηρομεταλλεύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. hisingerite < W. Hisinger, Σουηδός γεωλόγος] …   Dictionary of Greek

  • παγετωνολόγος — ο, η γεωλ. γεωλόγος ειδικευμένος στην παγετωνολογία …   Dictionary of Greek